● Η 19η Μαΐου είναι μέρα βαριά και σφραγισμένη με αίμα πολύ και χυμένο άδικα. Τούτη η μέρα ορίστηκε από το κράτος, και ορθά έγινε αυτό, ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους Τούρκους.
● Γι’ αυτό το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και γενικότερα για τον Ελληνισμό του Πόντου έχουν γραφτεί χιλιάδες βιβλία, άρθρα κι αναλύσεις και ντοκιμαντέρ. Πολλά τραγούδια και μελωδίες έχουν συντεθεί από δημιουργούς. Ομως ο υπογράφων από τα πολλά ξεχωρίζει ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Τιτλοφορείται «Πάρθεν» και γράφτηκε το 1921:
Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την
Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε
τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
Ομως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απέ την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να
διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιαννίκας έν» αυτός το παίρνει
το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν».
π
