Το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά βαθιά ποιοτικό και αποτυπώνει ένα χάσμα δεξιοτήτων
Η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: από τη μια πλευρά καταγράφεται έλλειψη προσωπικού σε κρίσιμους τομείς και από την άλλη ένα σημαντικό ποσοστό του ανθρώπινου δυναμικού παραμένει ανενεργό ή υποαπασχολείται. Το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά βαθιά ποιοτικό και αποτυπώνει ένα χάσμα δεξιοτήτων. Σήμερα, κλάδοι όπως η βιομηχανία, οι κατασκευές, η ενέργεια, ο τουρισμός και η πληροφορική αναζητούν εξειδικευμένους εργαζομένους και δεν τους βρίσκουν.
Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει μια δυσάρεστη αλήθεια. Στην Ελλάδα για χρόνια υποτιμήσαμε την τεχνική εκπαίδευση, παραμελήσαμε τον επαγγελματικό προσανατολισμό, προωθήσαμε σχεδόν αποκλειστικά το πανεπιστήμιο ως μονόδρομο για επαγγελματική αποκατάσταση. Για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, χρειαζόμαστε μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στην παιδεία και την αγορά εργασίας.
Το πρώτο βήμα είναι να δώσουμε ουσιαστικό περιεχόμενο στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Τα ΕΠΑ.Λ., τα ΙΕΚ και τα προγράμματα μαθητείας πρέπει να λειτουργούν σε άμεση επαφή με τις επιχειρήσεις και τις ανάγκες της αγοράς.
Το δεύτερο βήμα είναι να χτίσουμε ένα σύστημα διά βίου μάθησης που να λειτουργεί στην πράξη. Και να δώσουμε προτεραιότητα στην επανεκπαίδευση και την απόκτηση νέων δεξιοτήτων.
Τρίτο βήμα είναι η αναβάθμιση του επαγγελματικού προσανατολισμού. Οι νέοι πρέπει να ξέρουν τι προσφέρει κάθε κλάδος, τι δεξιότητες ζητάει και ποιες είναι οι δυνατότητες εξέλιξης.
Η προσπάθεια αυτή γίνεται ακόμη πιο απαιτητική εξαιτίας της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η ΤΝ μπορεί να καταργεί ορισμένες θέσεις εργασίας, ταυτόχρονα όμως αλλάζει το περιεχόμενο της δουλειάς όλων μας και δημιουργεί νέες ανάγκες που δεν υπήρχαν πριν. Το ερώτημα δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αντικαταστήσει ανθρώπους, αλλά ποιοι εργαζόμενοι θα είναι σε θέση να τη χρησιμοποιήσουν – και ποιοι όχι. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε νέες τεχνικές και ψηφιακές δεξιότητες και βασική εξοικείωση με εργαλεία ΑΙ. Η εκπαίδευση πρέπει να ανταποκριθεί σε αυτή την πραγματικότητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να μπει στην εκπαιδευτική αίθουσα όχι μόνο ως θέμα προς μελέτη, αλλά και ως εργαλείο που χρησιμοποιούν οι μαθητές. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι χρειάζονται πρόσβαση σε σύντομα και ευέλικτα προγράμματα κατάρτισης, που τους επιτρέπουν να αποκτούν νέες δεξιότητες σε πραγματικό χρόνο.
Οι επιχειρήσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της εξίσωσης. Αν υιοθετήσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη χωρίς να εκπαιδεύσουμε τους ανθρώπους μας, τα οφέλη θα είναι ελάχιστα και βραχυπρόθεσμα σε επίπεδο αποδοτικότητας. Αντίθετα, οι απώλειες σε ανταγωνιστικότητα θα είναι σοβαρές και μακροπρόθεσμες. Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Αν αφήσουμε το χάσμα δεξιοτήτων να μεγαλώνει, θα έχουμε μια αγορά εργασίας που δεν μπορεί να υποστηρίξει την οικονομία της χώρας. Αν όμως κινηθούμε έγκαιρα -κράτος, επιχειρήσεις, εκπαιδευτικοί φορείς και εργαζόμενοι μαζί-, η πρόκληση μπορεί να γίνει ευκαιρία.

