Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα λύγιζε την Τεχεράνη έχει μετατραπεί σε παγίδα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ
Ο πόλεμος κατά του Ιράν, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει πάρει μια τροπή που οι εμπνευστές του προφανώς δεν είχαν προβλέψει: Οχι μόνο η Τεχεράνη δεν έχει υποκύψει, αλλά βγαίνει από τη σύγκρουση με ενισχυμένο στρατηγικό κεφάλαιο στα μάτια πολλών περιφερειακών παραγόντων, παρά τις επαναλαμβανόμενες απειλές του σχεδόν γραφικού, αν όχι επικίνδυνου πια, Ντόναλντ Τραμπ.
Η αρχική λογική της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας βασιζόταν σε ένα κλασικό στοίχημα: Μια αρκετά βίαιη επίδειξη ισχύος, ώστε να προκαλέσει γρήγορη συνθηκολόγηση και παράδοση του εχθρού. Ομως η στρατηγική «σοκ και δέος», κληρονομιά των δογμάτων χρήσης της πολεμικής αεροπορικής ισχύος, προϋποθέτει ότι η στρατιωτική υπεροχή μεταφράζεται σε πολιτικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, το Ιράν διέψευσε αυτό το σενάριο. Η Τεχεράνη, διατηρώντας την εσωτερική συνοχή της χώρας, παρά τις καταστροφικές επιδρομές, συμπεριλαμβανομένων της δολοφονίας του ανώτατου ηγέτη και της επίθεσης σε σχολείο θηλέων στο Μινάμπ, που προκάλεσε τον θάνατο περίπου 200 μικρών παιδιών, απέδειξε μια ανθεκτικότητα που ακύρωσε αρκετά τους αρχικούς στρατιωτικούς υπολογισμούς των επιτιθεμένων.
Η ιρανική απόφαση να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε την κρισιμότερη στιγμή της σύγκρουσης. Αυτή η πράξη, που ανήκει στην αμυντική λογική αλλά με μαζικές επιθετικές επιπτώσεις, προκαλεί τεράστια οικονομική αναταραχή παγκοσμίως, επηρεάζοντας πρωτίστως τις χώρες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές και αγροτικές αλυσίδες εφοδιασμού του Κόλπου.
Δεν πρόκειται για στρατιωτική νίκη με την κλασική έννοια: Το Ιράν δεν κατέστρεψε τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά απέδειξε ότι η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται αποκλειστικά και μόνο από το υπερσύγχρονο οπλοστάσιό του. Η συγκεκριμένη ικανότητα να επιβάλει ένα ευρύ και διάχυτο οικονομικό κόστος σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και χωρών που δεν ήταν εμπόλεμες, αναδεικνύει μια πραγματικότητα που συχνά υποτιμάται από τα δυτικά στρατηγεία: σε έναν βαθιά διασυνδεδεμένο κόσμο ο πόλεμος που περιορίζεται γεωγραφικά δεν παραμένει ποτέ πραγματικά τοπικός.
Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού καθιστούν τα Στενά, τα θαλάσσια περάσματα και τις εμπορικές οδούς ευάλωτα σημεία για όλους. Στρατηγικής σημασίας τοποθεσίες όπως είναι το Ορμούζ μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μοχλοί διαπραγμάτευσης. Από αμερικανικής πλευράς η πολιτική διαχείριση της σύγκρουσης από την κυβέρνηση Τραμπ πρόσθεσε ακόμη ένα επίπεδο σύγχυσης. Οι αρχικές θριαμβευτικές δηλώσεις διαψεύστηκαν γρήγορα από την πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή, δίνοντας τη θέση τους σε μια αλλοπρόσαλλη ρητορική με τον Αμερικανό πρόεδρο άλλα να λέει και άλλα να κάνει. Οταν ιρανικές επιδρομές έπληξαν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή και, στη συνέχεια, οι Ιρανοί έκλεισαν τα Στενά, η απάντηση της Ουάσινγκτον ήταν μεταξύ απειλών και προσπάθειας απεμπλοκής.
«Εντελώς απαράδεκτη» ήταν η απάντηση του Τραμπ στην ιρανική διπλωματική πρόταση για διαρκή τερματισμό του πολέμου. Μια πρόταση που απέρριψε ως «σκουπίδι», χωρίς να διατυπώσει καμία αντιπρόταση. Αυτή η συμπεριφορά, ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί να της γίνει, αποκαλύπτει μια πραγματική ένταση στους κόλπους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που ακροβατεί ανάμεσα στη λογική της ηγεμονικής ισχύος, η οποία απαιτεί να μη φαίνεται ποτέ ότι υποχωρεί και στην πραγματικότητα των περιορισμών που επιβάλλει ένας αντίπαλος που αρνείται να αποδεχθεί το σενάριο της γρήγορης ήττας. Πρόκειται για ένα στρατηγικό αδιέξοδο και όχι για θρίαμβο.
Διαφορετικοί στόχοι
Οπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τα αμερικανικά συμφέροντα από τα ισραηλινά, καθώς ταυτίζονται μόνο μέχρις ενός σημείου. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει την εξουδετέρωση των ιρανικών πυρηνικών δυνατοτήτων και την αποδυνάμωση της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης. Το Τελ Αβίβ, αντίθετα, επιδιώκει ευρύτερους στόχους: αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, πλήρη εγκατάλειψη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και διακοπή των δεσμών μεταξύ του Ιράν και των φιλοπαλαιστινιακών ισλαμικών κινημάτων της περιοχής. Αυτοί οι στόχοι δεν είναι μόνο
φιλόδοξοι, είναι και δομικά πιο δύσκολο να επιτευχθούν μόνο μέσω της στρατιωτικής ισχύος. Η απόκλιση των στόχων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αξιολόγηση των πιθανών εξελίξεων. Το Ισραήλ, που από τις 7 Οκτωβρίου του 2023 έχει ισοπεδώσει τη Γάζα, έχει επεκτείνει τους εποικισμούς στη Δυτική Οχθη, έχει εισβάλει στον νότιο Λίβανο και έχει επιτεθεί στο Ιράν, ακολουθεί τη δική του λογική, που δεν συμβαδίζει απαραίτητα με πολιτικά «θέλω» των ΗΠΑ.
Το αν είναι πιθανός ένας νέος κύκλος αντιπαράθεσης με το Ιράν εξαρτάται εν μέρει από αυτή τη δυναμική: το Τελ Αβίβ μπορεί να έχει συμφέρον να επαναλάβει μια επίθεση που μια διστακτική αμερικανική κυβέρνηση δεν επιθυμεί απαραίτητα να υποστηρίξει ξανά. Για το Ιράν, το γεγονός ότι εξήλθε από τη σύγκρουση χωρίς να καταρρεύσει συνιστά από μόνο του ένα πραγματικό στρατηγικό κέρδος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη βγήκε αλώβητη και το τέλος του πολέμου δεν έχει γραφτεί ακόμη. Οι αναφερόμενες ανθρώπινες και υλικές καταστροφές είναι τεράστιες, όμως η θεωρία της γρήγορης νίκης μέσω των αεροπορικών βομβαρδισμών απέτυχε.
Πρόκειται για μήνυμα προς όλους τους περιφερειακούς παράγοντες σχετικά με την ικανότητα αντίστασης ενός κράτους που εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζει σκληρές οικονομικές κυρώσεις και επαναλαμβανόμενες στρατιωτικές πιέσεις. Το ζήτημα που παραμένει είναι αυτό της σταθερότητας. Μπορεί να υπάρξει ένα αξιόπιστο διπλωματικό πλαίσιο στην περιοχή όσο το πυρηνικό ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται ισότιμα, δηλαδή χωρίς να συμπεριλαμβάνει όλα τα υπάρχοντα οπλοστάσια και όχι μόνο εκείνα των κρατών που χαρακτηρίζονται αντίπαλοι;
Η πρόταση για μια ζώνη χωρίς πυρηνικά στη Μέση Ανατολή, υπό τον ελεγκτικό μηχανισμό της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, επανέρχεται συχνά σε ακαδημαϊκούς και διπλωματικούς κύκλους. Προσκρούει, όμως, πάντα στην άρνηση του Ισραήλ να υποβάλει το δικό του πρόγραμμα σε οποιαδήποτε μορφή πολυμερούς ελέγχου, κάτι που, από ρεαλιστική άποψη, δημιουργεί άνισους όρους, οι οποίοι υπονομεύουν κάθε μακροπρόθεσμη αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας.
Εκείνο που τουλάχιστον απέδειξε ο πόλεμος κατά του Ιράν είναι ότι η συμβατική στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί πλέον για να εγγυηθεί επιθυμητά αποτελέσματα σε συγκρούσεις όπου ο αντίπαλος διαθέτει παγκόσμιους οικονομικούς μοχλούς πίεσης και βούληση αντίστασης, που τα δυτικά στρατηγεία είχαν προφανώς υποτιμήσει.

